Ίων Δραγούμης

Τίποτε δεν είναι αδύνατο. Τα δυνατά από τα αδύνατα τα ξεχωρίζει μια ψιλή ψιλή γραμμή. Μα είμαστε τόσο κολλημένοι κάτω στα εύκολα, τόσο μουδιασμένοι που δεν μπορούμε να πηδήξουμε από πάνω από την ψιλή γραμμή.

«ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ»

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Το μεγαλείο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Όσο και να έχω μελετήσει την ιστορία του πολιτισμού αυτού, πραγματικά δεν σταμάτησε ποτέ να με εκπλήσσει. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα προτιμήσω να αναφερθώ μόνο σε ένα κομμάτι του Βυζαντινού μεγαλείου, το οποίο περιγράφεται από τον συγγραφέα Πλ.Ροδοκανάκη.
        
(Ἕνας Γερμανός, ὁ Σίγφρηδ, εἶχεν ὑπηρετήσει ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη ὡς σωματοφύλαξ τοῦ αὐτοκράτορος εἰς τὸ Ἱερὸν Παλάτιον τῆςΚωνσταντινουπόλεως. Τώρα ἔχει ἐπιστρέψει εἰς τὴν πατρίδα του κα ὶδιηγεῖται είς τοὺς δικούς του τὰς ἐντυπώσεις του).

             Πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι ἐκεῖ ποὺ φανερωνόταν ὅλη ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ βασιλιᾶ, ἦταν τὸ Χρυσοτρίκλινο· μιὰ σάλα μέσα στὸ παλάτι καὶ αὐτή. Εἶχε ὀκτὼ γωνιὲς καὶ στὸ ταβάνι θόλο. Γύρω στοὺς τοίχους ἀνοιγότανε ὀκτὼ ἀψίδες. Ἔκλειε μὲ δυὸ πόρτες ἀσημένιες. Στὶς ἄλλες ἀψίδες, κάθε φορά, ποὺ γινόταν ἐπίσημη ὑποδοχή, ἐξέθεταν ὅλα τὰ πλούτη τοῦ Παλατιοῦ, στέμματα, σμαλτωμένα χρυσαφικά, φορέματα βασιλικὰ χρυσοκέντητα, μεγάλες λεκάνες ἀσημένιες καὶ χρυσές,μεγάλα σκαλιστὰ πιάτα ἀπὸ ἀσήμι, μὲ ἄλλα λόγια ὅ,τι εἶχαν καὶ δὲν εἶχαν.
                 Γιὰ νὰ κάνουν πιὸ συναρπαστικὴ ἐντύπωση, δανείζονταν ἀπὸ τὶς ἐκκλησιὲς καὶ ἀπὸ τὰ μοναστήρια ὅ,τι σπάνιο πρᾶγμα εἶχαν οἱ θησαυροί του. Ἀκόμη καὶ τὸ σωματεῖο τῶν σκαλιστῶν χρυσοῦ καὶ ἀργύρου δάνειζε ὅ,τι πολύτιμο ἀντικείμενο βρισκόταν στὰ μαγαζιά των. ῎Ετσι, μέσα σ’ ὅλο τὸ Χρυσοτρίκλινο, ἐπιστρωμένο μὲ θαυμάσια μεταξωτὰ χαλιὰ τῆς Περσίας, ραντισμένα μὲ ροδοστάγματα καὶ ἄλλα πολύτιμᾳ ἀρώματα τῶν Ἰνδιῶν, κρεμασμένα ἀπὸ ἀργυρὲς ἁλυσίδες, τὰ πολυκάντηλα φώτιζαν ἕνα μυθικὸ σύνολο πλούτου φανταστικοῦ.
              Ἐκεῖ μέσα ἔδιναν καὶ γεύματα. Οἱ πιατέλες ἀπὸ χρυσάφι σφυρήλατο ἦταν τόσο βαριές, ὥστε δέκα ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ σηκώσουν μιὰ ἀπὸ αὐτές. Γιὰ τοῦτο, καὶ γιὰ νὰ προξενήσουν ἔκπληξη στοὺς μουσαφιρέους*, τὶς πιατέλες, γεμάτες φαγητά, τὶς εἶχαν κρεμασμένες ἀπὸ τὸ ταβάνι καὶ μὲ τροχαλίες ἀσημένιες τὶς κατέβαζαν τὴν ὥρα τοῦγεύματος.Τὰ χρυσὰ βάζα, γεμάτα φροῦτα τῆς Ἀνατολῆς, ἦταν τόσο κολοσσιαῖα, ὥστε τὰ κουβαλοῦσαν ἐπάνω σὲ ἀραμπαδάκια ταπετσαρισμένα μὲ πορφύρα.

               Στὸ τέλος τοῦ γεύματος οἱ προσκαλεσμένοι ἔπαιρναν δῶρο χρυσὰ νομίσματα μέσα σὲ σμαλτωμένα πιάτα, καὶ πυξίδες ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο,περίφημα σκαλισμένες.Μέσα στὸ Χρυσοτρίκλινο ἐρχόταν ὅλη ἡ αὐλὴ κατὰ τὶς ἐπίσημες τελετές. ῎Εκεῖ βρισκόμουν κι ἐγὼ μὲ τοὺς ἄλλους Βαράγγους, ὅπωςοἱ Γραικοὶ ὀνομάζουν τὴν πολεμική ·μας ἑταιρεία.
             Ἐκεῖ, ἂν ἤσαστε κι ἐσεῖς, θὰ βλέπατε ὄλων τῶν χρωμάτων τὰ φορέματα. Ἄλλα εῖχαν κεντημένους ἀιτοὺς πράσινους ἤ κόκκινους, ἄλλα λιοντάρια ἄσπρα καὶ γύπες χρώματος μενεξεδένιας πορφύρας. Ὅταν ὅλοι βρίσκονταν στὴ θέση τους καὶ οἱ σιλεντιάριοι μὲ τὰ μακριὰ ἐπίχρυσα ραβδιὰ δὲν εἶχαν πιᾲ νὰ βάλουν κανένα ἀπὸ τοὺς ἐπίσημους στὴ γραμμή, ἄνοιγαν οἱ ἀσημένιες πόρτες τοῦ βάθους.
            Τότε, μέσα σ’ ἕνα δάσος ἀπὸ πολῦχρωμα λάβαρα καὶ σημαῖες, παρουσιαζόταν ὅ Αὐτοκράτορας τῶν Γραικῶν, ὁλόφλογος σὰν μετέωρο μέσα στὰ χρυσοΰφαντα φορέματά του καὶ τὰ πολύτιμα λιθάρια, πού τὸν εἶχαν κατάσπαρτον ἀπὸ τὴν κορώνα ἴσαμε τὰ πορφυρά του πέδιλα. Ὁ Βασιλιὰς ἦταν καθισμένος στὸ χρυσό του θρόνο.Τὰ ὄργανα ἔπαιζαν θριαμβευτικὰ ἐμβατήρια. ῾0 θρόνος τότε ἀπὸ ἕνα μηχανισμὸ μυστικό, ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε καὶ ὁ Αὐτοκράτορας ἐφαινόταν σὰν κάτι θεϊκὸ πρᾶγμα, τοὺ τὸ σήκωναν φτεροῦγες ἀγγέλων.

            Τότε ἀπὸ κάτι δέντρα, ποὺ ἔμοιαζαν πλατάνια καὶ πεῦκα, ὅλα φτιαγμένα ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι, ἀκούγονταν γλυκιὲς φωνὲς πουλιῶν,ποὺ γέμιζαν τὸ Χρυσοτρίκλινο μὲ χαρά. Τὰ δέντρα αὐτὰ ὑψωναν τὴν ἀστραφτερὴ θωριά του ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο μἑρος τοῦ θρόνου. Καὶ δυὸ λιοντάρια ἀπὸ χρυσάφι τεντωμένα στὰ κατώφλια τοῦ θρόνου, σὰννὰ ἤθελαν νὰ ὁρμήουν   νὰ κατασπαράξουν κάποιον ἐχθρό, χτυποῦσαντὶς οὐρές τους μὲ θυμὸ κι ἔβγαζαν καὶ βρυχηθμοὺς γεμάτους ἀγριάδα.

Πηγή: Πλάτων Ροδοκανάκης <<Βυζαντινά Πολύπτυχα>> 
Αθήναι: Τυπ. "Εστία" 1916

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου